Facebooktwitter

Η αύξηση των τιμών των υδρογονανθράκων πριν την κρίση στην Ουκρανία ήταν διεθνής και ακολούθησε την αύξηση της ζήτησης με την υποχώρηση της πανδημίας.

Ωστόσο, μόνο στην Ευρώπη οδήγησε στην εκτόξευση των τιμών ηλεκτρισμού και στην ενεργειακή κρίση. Η εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο είναι μια προφανής αιτία, αλλά δεν είναι η μόνη και δεν είναι καν η κύρια. Η αρχιτεκτονική της μετάβασης που αποφασίστηκε τις προηγούμενες τρεις δεκαετίες, μεγιστοποίησε μεταβατικά την ευθραυστότητα της ενεργειακής ασφάλειας. Σε μια στιγμή διεθνούς αύξησης των τιμών και γεωπολιτικής κρίσης, η Ευρώπη πληρώνει για αυτές τις στρεβλώσεις, που σε εποχές κανονικότητας απλώς ευνοούσαν τις χώρες παραγωγής μέσων ΑΠΕ, εκτός των ηλεκτροπαραγωγών από φυσικό αέριο.

Ο πίνακας Α δείχνει δύο σημαντικά στοιχεία. Το ένα είναι η διαφορά τιμών του φυσικού αερίου σε ΕΕ και ΗΠΑ. Το δεύτερο είναι ότι το κόστος ηλεκτροπαραγωγής από λιγνίτη -συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων ρύπων- εντελώς «παράλογα» ακολουθεί την αστάθεια των τιμών του φυσικού αερίου, κάτι που συμβαίνει μόνον στην  Ευρώπη. Ενώ η καθαρή τιμή του λιγνίτη δεν αυξάνεται, ούτε ακολουθεί το φυσικό αέριο, εκτοξεύονται όμως τα δικαιώματα ρύπων, και συνεπώς το  κόστος ηλεκτροπαραγωγής από λιγνίτη. Αλλά και η εκτόξευση τιμών του φυσικού αερίου στην Ευρώπη οφείλεται σε σημαντικό μέρος στην εκτόξευση των ίδιων των δικαιωμάτων ρύπων, όπως αποτυπώνεται στον Πίνακα Β.

ΠίνακαςΠίνακας Α. Κόστος καυσίμου συμπεριλαμβανομένων των εκπομπών ρύπων

Το 2013 η ΕΕ αποφάσισε ότι οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας δεν θα λαμβάνουν πλέον δωρεάν δικαιώματα εκπομπής CO2, όπως άλλες βιομηχανίες. Το σύστημα εμπορίας και περιορισμών ρύπων που καθιερώθηκε, θέτει ένα ανώτατο όριο (cap) δικαιωμάτων ρύπων που το 2021 ήταν 1,57 δις τόνων C02 (ή ισοδύναμη ποσότητα άλλων αερίων του θερμοκηπίου). Μέρος τους κατανέμεται δωρεάν σε διάφορους κλάδους και τα υπόλοιπα δημοπρατούνται. Τα δικαιώματα που δημοπρατούνται είναι αντικείμενο και δευτερογενούς εμπορίας από funds κλπ. Η ΕΕ διαμόρφωσε έτσι ένα χρηματιστήριο ρύπων και τα δικαιώματα εκπομπών έγιναν εμπορεύσιμα. Από το 2013 η ηλεκτροπαραγωγή είναι υποχρεωμένη να προμηθεύεται το σύνολο των δικαιωμάτων εκπομπών από το χρηματιστήριο ρύπων.

Το  cap και η πλήρης χρηματιστηριοποίηση των δικαιωμάτων εκπομπών στην ηλεκτροπαραγωγή αποσκοπούσε επισήμως στην κινητροδότηση εγκατάλειψης της ηλεκτροπαραγωγής από υδρογονάνθρακες. Στην πράξη, επειδή ο λιγνίτης έχει 3-4 φορές πολλαπλάσιες εκπομπές CO2 σε σύγκριση με το φυσικό αέριο, κινητροδοτήθηκε εκτός των ΑΠΕ και η αύξηση του φυσικού αερίου ως μεταβατικό καύσιμο, ενώ θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται κυρίως ως καύσιμο εξισορρόπησης μέχρι να υπάρξουν φθηνές τεχνολογικές λύσεις αποθήκευσης ώστε να αντιμετωπιστεί η στοχαστικότατα των ΑΠΕ. Τα αποτελέσματα της όλης αρχιτεκτονικής έγιναν φανερά στην περίοδο της κρίσης.

Ακολουθώντας την αύξηση της ζήτησης για ενέργεια τα δικαιώματα εκπομπών εκτοξεύονται και αυτά μαζί με το μεταβλητό κόστος ενέργειας, έχοντας αποκτήσει ρόλο επιταχυντή της κρίσης. Η λιγνιτοπαραγωγή που όπως και η πυρηνική ενέργεια μπορεί σε περίοδο ανόδου των τιμών φυσικού αερίου να παίζει σταθεροποιητικό ρόλο, ακολούθησε το ράλι ανόδου των τιμών ηλεκτροπαραγωγής.

Οι λιγνιτικές μονάδες που σε περίπτωση ανάγκης θα έπρεπε να βρίσκονται σε διαθεσιμότητα -που σημαίνει βέβαια κόστος αλλά όχι επιβάρυνση σε ρύπους όταν είναι άεργες- έκλεισαν σε πολλές χώρες, αν και το κόστος λιγνιτοπαραγωγής ακόμη και παρά την εκτόξευση των δικαιωμάτων εκπομπών είναι μικρότερο από την ηλεκτροπαραγωγή με αέριο όταν το φυσικό αέριο ξεπερνά ορισμένες τιμές (βλ. πίνακα Β). Είναι χαρακτηριστικό ότι στις 8 Μαρτίου ενώ οι χονδρικές τιμές του ρεύματος είχαν εκτοξευτεί σε 420-590 €/MWh σε όλη την Ευρώπη, στην Πολωνία όπου ο λιγνίτης κατέχει περίπου το 65% του μίγματος η χονδρική τιμή ήταν 172 €/MWh! Να σημειώσουμε ότι η Πολωνία ζήτησε επίσημα την κατάργηση της δευτερογενούς εμπορίας των δικαιωμάτων εκπομπών. Το ζήτημα έχουν θέσει στην ΕΕ και πολλοί βιομηχανικοί φορείς.

Πίνακας Β

Τέλος, δεν είναι μόνο η αύξηση του αερίου στο ενεργειακό μίγμα που μεγαλώνει την ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία αλλά και ίδια η χρηματιστηριακή αύξηση των ρύπων! Αν η Ευρώπη επιθυμεί να συνδυάσει την πράσινη μετάβαση με τη απεξάρτηση από τη Ρωσία, η τρέχουσα αρχιτεκτονική πρέπει να αλλάξει.

Στις μετρημένες δυστυχώς χώρες του πλανήτη που έχουν  υιοθετήσει φόρο άνθρακα, καμιά άλλη δεν έχει υιοθετήσει την αρχιτεκτονική  της χρηματιστηριοποίησης που επικράτησε στην ΕΕ με επισπεύδουσα τη Γερμανία. Εξαίρεση αποτελεί η Κίνα που, έχοντας θέσει ως στόχο κλιματικής ουδετερότητας το 2060, ξεκίνησε το 2021 πειραματικά το χρηματιστήριο ρύπων, όπου όμως η τιμή πχ τον Απρίλιο του 2021 κυμάνθηκε στα 6-7 €/τόνο CO2 σε αντίθεση με τα 50€ στην ΕΕ την ίδια περίοδο (για να εκτοξευτεί μέχρι τα 95€), ενώ στρατηγική της είναι η απευθείας αντικατάσταση του λιγνίτη με ΑΠΕ και η αποθήκευση και όχι το φυσικό αέριο ως μεταβατικό καύσιμο.

Η απο-χρηματιστηριοποίηση των δικαιωμάτων εκπομπών και δραστική μείωση του φόρου άνθρακα με παράλληλη υιοθέτηση άλλων μηχανισμών κινητροδότησης, ο περιορισμός του φυσικού αερίου σε καύσιμο εξισορρόπησης και όχι μετάβασης, ο συνυπολογισμός ιδιαιτεροτήτων χωρών με χαμηλή ηλεκτρική διασυνδεσιμότητα (πχ Ελλάδα) ή χαμηλή διαφοροποίηση των πηγών, η πανευρωπαϊκή συμπαραγωγή ΑΠΕ ή διάθεση σχετικών πατεντών στις χώρες-μέλη, είναι απαραίτητα στοιχεία χάραξης νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής.

Στην Ελλάδα το πρόβλημα πολλαπλασιάστηκε από εγκληματικές επιλογές των τελευταίων ετών που αγγίζουν τα όρια της «κομπίνας», αλλά αυτό είναι άλλο αντικείμενο.

Γιώργος Τσίπρας, Μηχ/κός Μηχανολόγος, μέλος της ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Πέτρος Αλληλόμης, Μηχ/κός Ηλεκτρολόγος και Υπολογιστών, PhD

Πίνακας Β

Α. Κόστος καυσίμου συμπεριλαμβανομένων των εκπομπών ρύπων

πηγή: έκθεση ηλεκτρική αγοράς, Ιανουαρίου 2022 ΙΕΑ, https://www.iea.org/reports/electricity-market-report-january-2022  )