Facebooktwitter

Ο Αλ. Μεϊκόπουλος, βουλευτής Μαγνησίας του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ, χαρακτήρισε το νομοσχέδιο κατά βάση ανεφάρμοστο, αφού αποτυγχάνει να κατανοήσει το υπηρεσιακό περιβάλλον και την πραγματικότητα του ελληνικού Δημοσίου

Για το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων στο οποίο είναι Εισηγητής τοποθετήθηκε ο Βουλευτής Μαγνησίας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – Προοδευτική Συμμαχία Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος κατά τη συζήτηση στη Διαρκή Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης.

Ο Βουλευτής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – Π.Σ. αναφέρθηκε αρχικά στην οικονομική κρίση που οδήγησε στη μείωση του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων αλλά και το μεγάλο «ψαλίδι» στους μισθούς τους που έφτασε το 25,6% από το 2008 μέχρι το 2020. Τόνισε μάλιστα, ότι σε αντίθεση με άλλες χώρες της Ε.Ε., αντίστοιχου ΑΕΠ με την Ελλάδα, οι οποίες μετά τα Μνημόνια προχώρησαν στην αύξηση των μισθών των δημόσιων υπαλλήλων, στη χώρα μας επιστρέφουμε σταδιακά στην εποχή του «τρεις κι εξήντα» για το Δημόσιο. Μίλησε και για τον κοινωνικό αυτοματισμό και την προπαγάνδα περί «κακού και τεμπέλη» δημοσίου υπαλλήλου, αλλά και την υπερπροβολή των αρρυθμιών των δημόσιων οργανισμών και επιχειρήσεων, στα οποίες έχει κατά καιρούς έχει επιδοθεί η ΝΔ, καταλήγοντας πάντα στη λύση της ιδιωτικοποίησης.

Επί του νομοσχεδίου, ο Αλ. Μεϊκόπουλος επεσήμανε αρχικά ορισμένα δομικά προβληματικά σημεία. Η Κυβέρνηση αυταπατάται αν θεωρεί ότι η πιστή αντιγραφή επιχειρηματικών όρων και πρακτικών, όπως αποτυπώνεται στο νομοσχέδιο, θα βρει εφαρμογή και στην πραγματικότητα των δημόσιων υπηρεσιών, ενώ δε λαμβάνει καθόλου υπόψη την ανομοιογένεια που υπάρχει στο Δημόσιο, όπου οι φορείς λειτουργούν με διαφορετικά πρωτόκολλα και διαδικασίες, βρίσκονται σε άλλο επίπεδο ανάπτυξης και η λειτουργία τους διέπεται από διαφορετικούς νόμους. Ακόμη, παραβλέπει ότι, αν τα σημερινά περιγράμματα θέσης των υπηρεσιών δε γίνουν πλήρη με σαφή περιγραφή καθηκόντων και αρμοδιοτήτων των υπαλλήλων, δεν μπορούμε να μιλούμε για ένα αξιόπιστο σύστημα αξιολόγησης, πόσο μάλλον όταν αυτό επαφίεται στην λίγο ή πολύ αυθαίρετη κρίση ενός διευθυντή.

Δήλωσε διαμετρικά αντίθετος με την σύνδεση της επίτευξης ή μη της στοχοθεσίας μιας δομής του Δημοσίου μόνο με την αξιολόγηση των υπαλλήλων και των προϊσταμένων χωρίς να εξετάζονται οι οργανωτικές προϋποθέσεις, η στελέχωση, ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός και οι ιδιαιτερότητες της οργανικής μονάδας. «Είναι άτοπο να στεγανοποιείται η επιτυχία ή αποτυχία των στόχων και η αντίστοιχη ευθύνη στην ατομική απόδοση των υπαλλήλων, ιδίως αν αναλογιστούμε ότι ολόκληρα τμήματα λειτουργούν με το μισό ή και λιγότερο προσωπικό από αυτό που προβλέπει το οργανόγραμμά τους» είπε χαρακτηριστικά.

Αναφορικά με τα μπόνους που προβλέπει το νομοσχέδιο, ο Αλ. Μεϊκόπουλος τόνισε ότι επί της ουσίας δημιουργούνται υπάλληλοι πολλών μισθολογικών ταχυτήτων καταστρατηγώντας το ενιαίο μισθολόγιο, και παράλληλα κλείνει «τεχνηέντως» η συζήτηση για ενιαία πολιτική αυξήσεων στο Δημόσιο και αποκατάσταση μισθολογικών ανισοτήτων. «Μετά από χρόνια κρίσης, δημοσιονομικής προσαρμογής και παγώματος μισθών και ωριμάνσεων στο Δημόσιο, η Κυβέρνηση αντί να σχεδιάσει μια πολιτική συνολικής μισθολογικής αναβάθμισης, περιορίζεται σε πρόσκαιρα μπόνους για λίγους».

Για το σύστημα αξιολόγησης – ανταμοιβής κίνητρου, όπου ο προϊστάμενος θα αξιολογεί τον υφιστάμενο υπάλληλο, ο εισηγητής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – Π.Σ. εξέφρασε τον προβληματισμό του σχετικά με το πώς νομιμοποιείται να αξιολογεί ένας προϊστάμενος που δεν προβλέπεται καν ότι πρέπει να είναι επιλεγμένος με διαδικασία τακτικής κρίσεως, ή ένας προϊστάμενος που έχει τοποθετηθεί απευθείας με καθαρά κομματικά κριτήρια ή ακόμα ένας μετακλητός σε θέση προϊσταμένου. Πρόσθεσε ακόμα ότι η υποκειμενικότητα των δεξιοτήτων βάσει τον οποίων θα αξιολογηθούν οι δημόσιοι υπάλληλοι καθιστούν τη διαδικασία διάτρητη σε φαινόμενα ευνοιοκρατίας και πελατειακές σχέσεις.

Ολοκληρώνοντας, ο Βουλευτής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – Π.Σ. χαρακτήρισε το νομοσχέδιο κατά βάση ανεφάρμοστο, αφού αποτυγχάνει να κατανοήσει το υπηρεσιακό περιβάλλον και την πραγματικότητα του ελληνικού Δημοσίου και να δώσει λύσεις σε χρόνιες παθογένειες, αντίθετα δημιουργεί μια τάξη προϊσταμένων και εκλεκτών υπαλλήλων διχάζοντας το δημοσιοϋπαλληλικό κόσμο.