Facebooktwitter

Βαθύτερη πολιτική επιδίωξη της κυβέρνησης είναι η μουσειακή πολιτική να αποτελέσει προνομιακό πεδίο συντηρητικής ηγεμονίας, μέσα από τη νομή συμβολικού κεφαλαίου και κύρους, αλλά και την προώθηση θεωρήσεων του παρελθόντος με ροπή στην στείρα αρχαιολατρία και τον εθνικισμό.

Αμέσως μετά τον Δεκαπενταύγουστο κατατίθεται για ψήφιση το νομοσχέδιο του υπουργείου Πολιτισμού για τη μετατροπή πέντε μεγάλων αρχαιολογικών και βυζαντινών δημόσιων μουσείων σε «αυτοτελή» νομικά πρόσωπα. Το επιστημονικό και λοιπό προσωπικό τους, ιστορικά στελέχη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, μια πλειάδα ειδικών από την Ελλάδα και το εξωτερικό, πανεπιστημιακά τμήματα Αρχαιολογίας, συνδικαλιστικοί φορείς και σύλλογοι φίλων μουσείων έχουν εκφράσει την κάθετη αντίθεσή τους, ανεξάρτητα από πολιτικές απόψεις.

Το σχέδιο δίνει προτεραιότητα στον οικονομικό και επιχειρηματικό ρόλο των μουσείων, προκρίνοντας τη διαχείριση με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Τρία είναι τα κύρια σημεία. «Σπάσιμο» του δικτύου μνημείων και μουσείων του υπουργείου Πολιτισμού. Σκληρός ανταγωνισμός των νομικών προσώπων για χρηματοδοτήσεις και χορηγίες. Άσκηση ισχυρής επιρροής από χορηγούς, ιδιωτικά ιδρύματα, την οικονομική, κοινωνική και πολιτική ελίτ.

Η «συνταγή» έρχεται από τα προηγούμενα τριάντα χρόνια. Είναι κατά κανόνα ξεπερασμένη ως προς τις οικονομικές και αναπτυξιακές της διακηρύξεις. Μέσα στην πανδημία, μουσειακοί οργανισμοί αυτής της λογικής που είναι παγκόσμια μεγαθήρια αναγκάστηκαν να μειώσουν το προσωπικό τους και στράφηκαν στην αναζήτηση πώλησης μέρους των συλλογών τους για να επιβιώσουν. Στην εποχή πολλαπλών αλλεπάλληλων κρίσεων, η ένδεια πόρων αποτελεί τη νέα μουσειακή «κανονικότητα», ακόμα και για τα θεωρούμενα ως «επικερδή» μουσεία. Πόσο μάλλον για μουσεία όπως το Εθνικό Αρχαιολογικό, το μεγαλύτερο από τα πέντε, που σε μια καλή χρονιά προ της πανδημίας είχε προϋπολογισμό δαπανών 75% μεγαλύτερο από τα έσοδά του (4,7 εκατ. έναντι 2,7 εκατ. ευρώ, στοιχεία 2018).

Συνεπώς, στρώνεται το έδαφος για μια νέα γενιά «προβληματικών» πολιτιστικών οργανισμών «too big to fail», που είναι βέβαιο ότι θα χρειαστούν μεγάλη δημόσια παρέμβαση για τη διάσωσή τους και των θέσεων εργασίας, όπως έγινε στο παρελθόν για το Μέγαρο Μουσικής και άλλους χρεοκοπημένους φορείς.

Παράλληλα, σύμφωνα με τα όσα έχουν γίνει γνωστά, οι διοικήσεις των μουσείων θα διορίζονται από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού και θα εξακολουθούν να λαμβάνουν ως βασική την άφθονη κρατική χρηματοδότηση. «Αυτοτέλεια» με αυτές τις συνθήκες είναι προσχηματική. Στην πράξη, πρόκειται για αλληλοσύνδεση συμφερόντων πολιτικής ηγεσίας και διοικήσεων που γεννά, για να τεθεί απλά, διαπλοκή.

Βαθύτερη πολιτική επιδίωξη είναι η μουσειακή πολιτική να αποτελέσει προνομιακό πεδίο συντηρητικής ηγεμονίας, μέσα από τη νομή συμβολικού κεφαλαίου και κύρους, αλλά και την προώθηση θεωρήσεων του παρελθόντος με ροπή στην στείρα αρχαιολατρία και τον εθνικισμό.

Η προοδευτική προσέγγιση, αντίθετα, οριοθετεί τα μουσεία στη σφαίρα των δημόσιων αγαθών και των κοινών (commons). Χωρίς να υποβαθμίζει το ότι αποτελούν πόλους έλξης για τον τουρισμό, τονίζει τον ερευνητικό, επιστημονικό, παιδευτικό και κοινωνικό τους ρόλο. Προωθεί νέα, εναλλακτικά αφηγήματα με κέντρο τον άνθρωπο, την εξέλιξη των κοινωνιών, τις πανανθρώπινες αξίες. Αναδεικνύει τον πλούτο της πολιτισμικής ποικιλομορφίας. Αντιμετωπίζει τα μουσεία ως σημαντικούς δημόσιους χώρους για μια εναλλακτική κουλτούρα της καθημερινότητας, για την ποιότητα ζωής και την ευημερία. Αντιπαραβάλλει στην «καθετοποίηση» και τον ανταγωνισμό τις οριζόντιες πολιτικές, τη δικτύωση, τις συνέργειες, τη συμπληρωματικότητα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. έχει διατυπώσει ρητή προγραμματική αντίθεση στη μετατροπή των δημόσιων μουσείων σε νομικά πρόσωπα. Έχει δεσμευτεί ότι θα τα επαναφέρει οργανικά στο δίκτυο των μουσείων της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Αυτό, όμως, δεν πρέπει να εκληφθεί ως απλή επιστροφή στο παρελθόν. Σημαίνει προοδευτική μεταρρυθμιστική τομή που αντιμετωπίζοντας υπαρκτά ζητήματα, μέσα από διαβούλευση, θα συγκροτεί μια αναβαθμισμένη μουσειακή πολιτική για όλα τα μνημεία και μουσεία του υπουργείου Πολιτισμού.

Η μετατροπή των δημόσιων μουσείων σε νομικά πρόσωπα υπηρετεί τον κρατικοδίαιτο πολιτισμό της ελίτ. Μια νέα μουσειακή πολιτική που θα απευθύνεται σε όλες και όλους αποτελεί βασικό άξονα της Πολιτιστικής Δημοκρατίας. Είναι ένα από τα σημαντικά ζητούμενα για μια προοδευτική διακυβέρνηση.

Η πολιτική αντιπαράθεση των δύο σχεδίων είναι μπροστά μας.

* Ο Κώστας Στρατής είναι αρχαιολόγος, Msc Προστασία Μνημείων, πρώην υφυπουργός Πολιτισμού